Feb 28 2013

Το πλήθος μέσα από τον Baudelaire

Published by at 17:06 under Τέχνη - Δημιουργία

Η νεωτερικότητα και η μετάβαση στον καπιταλισμό μας έχει απασχολήσει ουκ ολίγες φορές γιατί είναι η μήτρα της σημερινής κοινωνικής πραγματικότητας. Σ’ αυτήν διαβάζουμε την ιστορία της καπιταλιστικής διαδρομής (πρωταρχική συσσώρευση, εκβιομηχάνιση, κρίσεις, αναδιαρθρώσεις…), την επιβολή εθνικών ταυτοτήτων και την ανάδυση των επαναστατικών κινημάτων. Πέρα από αυτά όμως –μα παράλληλα και αλληλένδετα- υπήρξε και η μετάβαση από την επαρχιακή ζωή στην ζωή στις αχανείς μητροπόλεις.

 

Μιας και αυτές οι μητροπόλεις είναι το πεδίο όπου εκτυλίσσονται οι εμπειρίες μας, αποτελούν και σημαντικό μοτίβο για την έκφραση μας, κι εδώ θα ασχοληθούμε με το βίωμα του ανθρώπου ανάμεσα στο πλήθος. Η έκφραση αυτή δεν μπορεί να ζηλεύει την ορθότητα του πολιτικού λόγου, γιατί εκτός από φασίστες και αφεντικά οι μητροπόλεις έχουν κάτι από τα παιχνίδια, τις γεύσεις, τις απέχθειες, τους έρωτες, τις αισθήσεις και τις παραισθήσεις μας.

 

Διαβάζουμε στα γραπτά ενός Γερμανού, συνηθισμένου στην επαρχία και άμαθου σε τέτοιες καταστάσεις, την δυσάρεστη έκπληξη που του προκάλεσε το Λονδίνο στις αρχές του 19ου αιώνα. «Μια πόλη όπως το Λονδίνο, όπου μπορεί κανείς να περπατάει ώρες ολόκληρες χωρίς να φτάνει ούτε καν στην αρχή του τέλους, χωρίς να συναντάει το παραμικρό σημάδι που θα του επέτρεπε να υποθέσει ότι πλησιάζει στην ύπαιθρο, είναι πράγματι κάτι το ιδιαίτερο. […] Όμως τις θυσίες που κόστισε αυτό τις ανακαλύπτει κανείς αργότερα. […] Ήδη η οχλαγωγία των δρόμων έχει κάτι το αποκρουστικό, κάτι που εναντίον του εξεγείρεται η ανθρώπινη φύση. […] Η βάναυση αδιαφορία, η απαθής απομόνωση  κάθε ατόμου μέσα στα ιδιωτικά του συμφέροντα προβάλλει τόσο πιο αποκρουστική και προσβλητική όσο περισσότερα είναι τούτα τα άτομα που συνωστίζονται στον μικρό χώρο».1

 

Λίγη σημασία έχει αν ο παραπάνω Γερμανός ακούει στο καταξιωμένο όνομα Friedrich Engels, η ελλιπής οπτική του γωνία περιορίζει σημαντικά τον τρόπο που αντιλαμβάνεται το πλήθος και τον τόπο του, την μητρόπολη. Όπως σημειώνει ο Walter Benjamin: «Το πλήθος θορυβεί τον Ένγκελς. […] Το δέλεαρ της περιγραφής του έγκειται στη διασταύρωση του αδέκαστου κριτικού ήθους με τον παλιομοδίτικο τόνο. Ο συγγραφέας έρχεται από μια επαρχιακή ακόμη Γερμανία, ίσως να μην έχει νιώσει ποτέ τον πειρασμό να χαθεί μέσα σε μια ανθρωποπλυμμήρα».2  Εμείς δεν έχουμε την πολυτέλεια αυτής της αποστροφής, γιατί αν στον Ένγκελς είναι απλά μια έλλειψη ερεθίσματος, στον 21ο αιώνα θα ήταν ένας ρομαντικός, ουτοπικός αναχωρητισμός προς την χαμένη αθωότητα. Το βίωμα της κίνησης μέσα στο πλήθος είναι κάτι φυσικό για μας, αν και όχι φιλικό.

 

Κάπως έτσι ήταν και για τον Baudelaire το Παρίσι του 19ου αιώνα. Δεν θέλουμε να ισοπεδώσουμε τις διαφορές, αλλά να επικεντρώσουμε στις ομοιότητες κι ας έχουν περάσει σχεδόν δυο αιώνες, κι ας απέχουμε χιλιάδες χιλιόμετρα από το Παρίσι. Τα οδοφράγματα του 1848, οι στοές, οι μποέμ δεν είναι τα οδοφράγματα του σήμερα, δεν είναι οι σημερινοί αλήτες. Αλλά ένας αυθαίρετος παραλληλισμός ελπίζουμε πως δεν θα φενακίσει την ποίηση, την αναλαμπή των Άνθεων του Κακού, της τελευταίας λυρικής συλλογής που γνώρισε τόσο μεγάλη αποδοχή.

 

Παραθέτουμε δυο πεζά αποσπάσματα του Baudelaire σχετικά με το πλήθος και τους ποιητές:

 

«Το πλήθος είναι ο χώρος του (ενν. του πραγματικού καλλιτέχνη κυρίου Γκ.), όπως ο αέρας είναι ο χώρος του πουλιού, όπως το νερό είναι ο χώρος του ψαριού. Το πάθος του και το επάγγελμά του είναι να παντρεύεται το πλήθος. Για τον τέλειο σουλατσαδόρο, για τον παθιασμένο παρατηρητή, είναι μια απέραντη απόλαυση να διαλέγει την κατοικία του μέσα στη μάζα, στο μεταβλητό, στην κίνηση, στο φευγαλέο και στο άπειρο. Το να είσαι έξω από το σπίτι σου, κι ωστόσο να αισθάνεσαι παντού στο σπίτι σου, το να βλέπεις παντού τον κόσμο, να είσαι στο κέντρο του κόσμου και να μένεις κρυμμένος από τον κόσμο, αυτές είναι μερικές από τις μικρότερες ηδονές αυτών των ανεξάρτητων, παθιασμένων, αμερόληπτων πνευμάτων, που η γλώσσα μόνο αδέξια μπορεί να τα ορίσει. Ο παρατηρητής είναι ένας πρίγκιπας που απολαμβάνει παντού το ινγκόγκνιτό του. Ο εραστής της ζωής κάνει τον κόσμο οικογένειά του όπως ο εραστής του ωραίου φύλου συνθέτει την οικογένειά του μ’ όλες τις ομορφιές που βρήκε, που θα μπορούσε να βρει και που δεν θα γινόταν να βρεθούν. Όπως ο συλλέκτης πινάκων ζει σε μια μαγεμένη κοινωνία ονείρων ζωγραφισμένων στο πανί. Έτσι, ο ερωτευμένος με την καθολική ζωή μπαίνει στο πλήθος σαν μέσα σε μια τεράστια δεξαμενή ηλεκτρισμού. Μπορούμε επίσης να τον παρομοιάσουμε με έναν καθρέφτη τόσο τεράστιο όσο αυτό το πλήθος, με ένα καλειδοσκόπιο προικισμένο με συνείδηση, το οποίο, σε κάθε του κίνηση, αναπαριστά την πολλαπλή ζωή και την κινούμενη χάρη όλων των στοιχείων της ζωής. Είναι ένα αχόρταγο εγώ για το μη εγώ, που κάθε στιγμή, το αποδίδει και το εκφράζει με εικόνες πιο ζωντανές κι από την ίδια τη ζωή, την πάντα ασταθή και φευγαλέα. “Κάθε άνθρωπος”, έλεγε μια μέρα ο κύριος Γκ. σε μια από εκείνες τις συνομιλίες που τις φωτίζει με έντονο βλέμμα και επικλητικές χειρονομίες, “κάθε άνθρωπος που δεν είναι καταβεβλημένος από κάποιον καημό υπερβολικά θετικής φύσεως για να απορροφά όλες τις ικανότητες, και που πλήττει στους κόλπους του πλήθους, είναι ένας ανόητος! Ένας ανόητος και τον περιφρονώ!»3

 

«Δεν μπορεί ο καθένας να παίρνει μια βουτιά μέσα στο πλήθος : ν’ απολαμβάνεις το πλήθος είναι μια τέχνη, και μόνο εκείνος που του ‘δωσε μια νεράιδα στην κούνια του την αγάπη της μεταμφίεσης και της μάσκας, το μίσος του σπιτιού και το πάθος του ταξιδιού, μπορεί να δοθεί σ’ ένα όργιο ζωτικότητας σε βάρος του ανθρώπινου γένους. Πλήθος, μοναξιά : ίσοι όροι και που μπορούν ν’ αλλάξουν για τον δραστήριο και γόνιμο ποιητή. Όποιος δεν ξέρει να γεμίσει με κόσμο τη μοναξιά του, δεν ξέρει ούτε να είναι μόνος μέσα σ’ ένα πολυάσχολο πλήθος. Ο ποιητής απολαμβάνει αυτό το ασύγκριτο προνόμιο, να μπορεί κατά το κέφι του να ‘ναι ο εαυτός του και ο άλλος. Όπως αυτές οι περιπλανώμενς ψυχές που ζητούν ένα σώμα, μπαίνει, όταν θέλει, μέσα στην πραγματικότητα του καθενός. Γι’ αυτόν μόνο, όλα είναι προσιτά, και αν μερικοί χώροι φαίνονται να του είναι κλειστοί, είναι γιατί στα δικά του μάτια δεν αξίζουν τον κόπο να τους επισκεφτεί. Ο μοναχικός και σκεφτικός διαβάτης βγάζει μια μοναδική μέθη απ’ αυτή την παγκόσμια επικοινωνία. Εκείνος που αγκαλιάζει εύκολα το πλήθος γνωρίζει απολαύσεις πυρετικές, που θα στερηθούν αιώνια ο εγωϊστής, κλειστός σα σεντούκι, και ο τεμπέλης, φυλακισμένος σα μαλάκιο. Υιοθετεί σα δικά του όλα τα επαγγέλματα, όλες τις χαρές και όλες τις δυστυχίες που του παρουσιάζει η περίσταση. Αυτό που οι άνθρωποι ονομάζουν αγάπη είναι πολύ μικρό, πολύ περιορισμένο και πολύ αδύνατο, αν συγκριθεί μ’ αυτό το ανέκφραστο όργιο, μ’ αυτή την ιερή πορνεία της ψυχής που δίνεται ολόκληρη, ποίηση και ελεημοσύνη, στο απροσδόκητο που παρουσιάζεται, στον άγνωστο που περνάει. Είναι πολύ καλό να μαθαίνεις καμμιά φορά στους ευτυχισμένους αυτού του κόσμου, έστω και μόνο για να ταπεινώσεις για μια στιγμή την ανόητη υπεροψία τους, πως υπάρχουν ευτυχίες ανώτερες από τη δική τους, πιο πλατιές και πιο εκλεπτυσμένες. Οι ιδρυτές αποικιών, οι θρησκευτικοί ηγέτες λαών, οι ιεραπόστολοι εξόριστοι στην άκρη του κόσμου, ξέρουν χωρίς αμφιβολία κάτι απ’ αυτά τα μυστηριακά μεθύσια, και στην καρδιά της απέραντης οικογένειας που γεννήθηκε η μεγαλοφυία τους, πρέπει να γελούν μερικές φορές μ’ αυτούς που τους λυπούνται για την τόσο πολυτάραχη μοίρα τους και για την τόσο αγνή ζωή τους.»4

 

Η οπτική του Baudelaire για το πλήθος αποτυπώνεται σε αρκετά από τα ποιήματα του, χωρίς συνήθως να το κατονομάζει, χωρίς να το περιγράφει αναλυτικά. Κι όμως βρίσκεται εκεί, «το κινούμενο πέπλο, μέσα από το οποίο είδε ο Baudelaire το Παρίσι».5 Στο παρακάτω ποίημα, «A une passante» (Σε μια διαβάτισσα), η μάζα και η πόλη είναι το κάδρο στο οποίο ο πλάνης σκαρώνει έναν έρωτα με την τελευταία ματιά, μία σεξουαλική ταραχή που κάνει το σώμα να συσπάται.

 

Του δρόμου τ’ οχλαλοητό ξεκούφαινε τριγύρα

Ψηλή, λιγνή, στα μαύρα της αρχοντολυπημένη

Κάποια γυναίκα διάβηκε κρατώντας σηκωμένη

Μ’ επίδειξη της ρόμπας της τη νταντελένια γύρα.

 

Ευγενικιά και λυγερή  με πόδι ως αγαλμάτου,

Κ’ εγώ ρουφούσα, όπως αυτός που τρέλα τον χτυπάει,

Στα μάτια της τεφρό ουρανό που θύελλες γεννάει,

Μια γλύκα σαγηνευτική και μια ηδονή θανάτου.

 

Κάποια αστραπή… νύχτα μετά! – Διαβάτισσα μου ωραία

Που ξαφνικά στο βλέμμα σου ξανάνιωσα, για πε μου

Αλλού πια μόνο θα σε δω, σε κάποια ζωή νέα;

 

Αλλού, πολύ μακριά από δω! Αργά! Κ’ ίσως ποτέ μου!

Γιατί δεν ξέρω αν πουθενά θέλω πια σ’ ανταμώσει.

Ω, εσένα που θ’ αγάπαγα, ω εσύ, που το ‘χες νιώσει!6

 

*Σημειώσεις:

1. Η κατάσταση της εργατικής τάξης στην Αγγλία, F.Engels

2. Σαρλ Μπωντλαίρ: Ένας λυρικός στην ακμή του καπιταλισμού, W.Benjamin

3. Ο ζωγράφος της μοντέρνας ζωής, C.Baudelaire, μετάφραση Σ.Βαρβαρούσης

4. Μικρά ποιήματα σε πρόζα ή Le spleen de Paris, C.Baudelaire, μετάφραση Ε.Μυλωνά

5. Σαρλ Μπωντλαίρ: Ένας λυρικός στην ακμή του καπιταλισμού, W.Benjamin

6. Μετάφραση Γ.Σημηριώτης

 

Flyover

No responses yet

Trackback URI | Comments RSS

Leave a Reply

css.php